Η Γη, παλι και παλι

Του Τάκη Λαϊνά*

Βρισκόταν στο τυπογραφείο ένα μικρό βιβλίο μου, 80- 90 σελίδων, με τίτλο « Γη και ύδωρ» όταν πέρασε από τη περιοχή μας ο θυελλώδης άνεμος προκαλώντας τεράστιες ζημιές σε θερμοκήπια, δέντρα, αραποσίτι κ.α., κι έτσι πρόλαβα να κάνω μια σύντομη αναφορά. Δεν ήταν στις προθέσεις μου να ασχοληθώ με τα ακραία καιρικά φαινόμενα, παρ’ όλο που η συχνότητα της εμφάνισης τους τείνει πλέον να διαμορφωθεί σε κανόνα, και να υπαγορεύει ένα νέο θεσμικό καθεστώς αποκατάστασης των γεωργικών εισοδημάτων σε εθνικό και ευρωπαϊκό πλαίσιο, πέρα από τις συμβατικές αποζημιώσεις του ΕΛΓΑ.

Είχα εστιάσει το ενδιαφέρον μου σε δυο σημεία: πρώτο, τον ανθρώπινο κόπο και τα πολλαπλά απρόοπτα που συνδέονται με την αγροτική εργασία, και δεύτερο, στην αξία της γης σαν μια ξεχωριστή μορφή κεφαλαίου. Σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά, δεν αναθεωρώ καθόλου αυτά που  έγραφα τότε, απλά κάποια θα τα παρουσίαζα λίγο διαφορετικά και σε άλλα θα είχα εμβαθύνει κάπως περισσότερο. Αναφορικά με το πρώτο δεν θα έγραφα τίποτα, θα παρέπεμπα όμως τους αναγνώστες μου στην κινηματογραφική ταινία του Alexander Dovzenko,  «Η γη». Μια σπάνια ταινία του Σοβιετικού κινηματογράφου του 1930, από τις καλλίτερες όλων των εποχών, όπως λένε οι κριτικοί, μου την είχε προτείνει ο φίλος μου ο Αντρέας, όπου μέσα από καταπληκτικές φωτογραφίες και εξαιρετικά πλάνα απεικονίζεται η ομορφιά, η αειφορία και οι ανεξάντλητες πηγές πόρων και αγαθών της γης, αλλά και ο αναγκαίος μόχθος για να αποσπάσεις αυτά τα αγαθά. Με τα σημάδια αυτού του μόχθου στα ροζιασμένα χέρια, τις πρώιμες ρυτίδες στα μάτια, τα καταπονημένα πέλματα και τα σκληραγωγημένα μέλη των αγροτών νέων και γέρων. Όμως το μέλλον ερχόταν ελπιδοφόρο μαζί με την τεχνολογία. Ο ερχομός του τρακτέρ θα γινόταν δεκτός με ενθουσιασμό και χαμόγελα  για να απαλλάξει τον άνθρωπο από τη σωματική καταπόνηση και να παραγράψει οριστικά από τα θρησκευτικά και  συντηρητικά βιβλία την προπατορική καταδίκη του. Ακόμη και τα άλογα, οι πιστοί του σύμμαχοι, θα παρακολουθούσαν με έκπληξη και περιέργεια την παρουσία του μηχανικού συναδέλφου τους. Η εκδοχή της ταινίας θα επαναλαμβανόταν απόλυτα, μετά μερικές δεκαετίες, στη γειτονική Ανδραβίδα, περιοχή γεωργική, όπου πάλι αγρότες με τα σκαμμένα πρόσωπα και τα σφιγμένα χείλη, θα υποκαθιστούσαν τα άλογά τους (στην Ανδραβίδα τότε αλλά και σήμερα εκτρέφονταν και εκτρέφονται πολλά άλογα) με γεωργικούς ελκυστήρες, ήταν οι πρώτοι, αυξάνοντας έτσι και τις καλλιέργειές τους και τις σοδειές τους. Ήταν οι ίδιοι που σε λίγο χρόνο θα καταργούσαν το δρεπάνι του θέρου και θα απάλλασσαν την ηλιοκαμένη αγρότισσα με το φακιόλι, από το δεμάτι με τα στάχυα στην πλάτη και το παραδοσιακό αλώνι θα περνούσε στη συνείδησή μας  σαν σημάδι μιας άλλης οικονομίας και σκαλοπάτι της ανθρώπινης εξέλιξης. Είχαν ήδη προχωρήσει στη μηχανική συγκομιδή με τις θεριζοαλωνιστικές και θα έγραφαν το δικό τους κεφάλαιο στην Ιστορία του τόπου που θα ξεπερνούσε γρήγορα τα όρια του Νομού, στα ημιορεινά της Αρκαδίας και της Κορινθίας τους θυμούνται ακόμα, σκορπίζοντας χαμόγελα παντού και σωρεύοντας πλούτο και για τους εαυτούς τους και για τη ντόπια οικονομία.
(Τώρα θα μου πείτε γιατί η ελπίδα έμεινε μετέωρη, και πώς οι αγρότες σήμερα απαλλαγμένοι από βαριές σωματικές εργασίες φορτώθηκαν με άγχος που είναι χειρότερο, επειδή τα εισοδήματά τους βρίσκονται στα όρια της οικονομικής βιωσιμότητας, αυτό είναι μια άλλη ιστορία ).  Πάντως η ταινία είχε παίξει το ρόλο της, με είχε προλάβει. Έτσι γίνεται με την Τέχνη, είναι πιο μπροστά από τους πολιτικούς και τους γραφιάδες. Ή, όπως λένε, είναι από τις δυνάμεις, δύναμη αυτόνομη, με τη δική της συμμετοχή στη διαδικασία εξέλιξης και της Ιστορίας και της Κοινωνίας.

Κάτι ήξερε η Ελένη Σκάβδη όταν πριν πέντε χρόνια καλούσε συγγραφείς από τη Πάτρα, την Αμαλιάδα και τα Λεχαινά, ανάμεσα τους κι εμένα, στα πλαίσια μιας έκθεσης βιβλίου στη Κουρούτα, σε ανοιχτή συζήτηση και θέμα: «Λογοτεχνία και οικονομική κρίση». «Κι εμένα ρε Ελένη; τι να με κάνεις εμένα, εγώ κάτι χρονογραφήματα γράφω», της είπα. «Αυτοί που γράφουν πρέπει να’ χουν και κάτι να πουν σήμερα», μου απάντησε. Είχε δίκιο, η βραδιά ήταν αλησμόνητη, και παρά τη δική μου αδυναμία και νευρικότητα, ακούστηκαν και διαβάστηκαν πολύ ωραία και σημαντικά πράγματα τότε, με τον πρόεδρο του Εμπορικού Συλλόγου Αμαλιάδας στο τέλος, ευχαριστημένο, να μας κερνά μπύρες και σουβλάκια στην παραλία και θέα  την άλλη πηγή πλούτου, τη θάλασσα του Ιόνιου.

Ζήτησα από τον Ντίνο ένα μέρος από την εφημερίδα  «το ΒΗΜΑ της Κυριακής», μόνο και μόνο για να διαβάσω το επταήμερο του Διόδωρου του Δημήτρη Ψυχογιού, και μετά να κάνουμε τα σχόλιά μας στα αιχμηρά, σαρκαστικά και με πλούσιο χιούμορ κείμενά του. Στην άλλη πλευρά του τραπεζιού, καθόταν ο Νίκος από τον Σταφιδόκαμπο, πάντα κομψός και λιγομίλητος. Ο ίδιος ο Ψυχογιός βρισκόταν στο Νεοχώρι, είχε προσκληθεί και αναμενόταν από λεπτό σε λεπτό για να συμπληρώσει την πραγματικά φιλική παρέα με πνευματώδη και κυρίως οινοπνευματώδη διάθεση, τσίπουρο ή ούζο, λίγο πριν το μεσημέρι. Όμως με την άφιξη του Ψυχογιού η συζήτηση πήρε τελείως διαφορετικό δρόμο, γιατί έφτασε φουριόζος και αγχωμένος. Μόλις είχε τελειώσει ο τρύγος του αμπελιού και έπρεπε να ασχοληθεί με  τα επακόλουθα για την παρασκευή του κρασιού, παράλληλα ο εργάτης όφειλε να ολοκληρώσει την περιποίηση του κήπου του και στις ελάχιστες μέρες που του απέμεναν στην επαρχία, να δρομολογήσει τις φροντίδες στα ελάχιστα δέντρα εσπεριδοειδών και βεβαίως το λιοστάσι που του εξασφάλιζε 700 με 1000 κιλά λάδι τον χρόνο. Ο Ντίνος ήταν σαφώς πιο ήρεμος. Ο τρύγος του δικού του αμπελιού είχε προηγηθεί κατά δυο εβδομάδες και η ζύμωση του μούστου προχωρούσε κανονικά και, μέχρι το σφράγισμα του βαρελιού, θα απολάμβανε την καλοκαιρία με την ελαφρά πτώση της θερμοκρασίας λόγω του επερχόμενου φθινοπώρου και, στην αυλή του σπιτιού του, θα κέρναγε τους φίλους του το εξαιρετικό άσπρο περσινό κρασί του, ζώντας ταυτόχρονα τον μεταχρωματισμό και τη πτώση των φύλλων των φυλλοβόλων δέντρων.

Ο Ψυχογιός ήταν ιδιοκτήτης μικρής σχετικά έκτασης γης από κληρονομιά. Ο Ντίνος αρχικά ήταν προλετάριος, εργάτης γης κι όχι μόνον. Κατάφερε να σπουδάσει, να γίνει δικηγόρος να εξαγοράσει από τα αδέρφια του τα μικρά μερίδια ενός κλήρου που είχε παραχωρηθεί δωρεάν στον ακτήμονα πατέρα του στα παθογενή χωράφια της Δροσελής και παράλληλα σε καλλίτερο τόπο να αγοράσει αγροτεμάχιο όπου και έκτισε το σπίτι του. Συνταξιούχος πλέον με αρκετές σωματικές δυνάμεις και μερικά χρήματα οργανώθηκε: ισοπέδωσε, στράγγιξε, περιέφραξε, φύτεψε, εγκατέστησε μικρό θερμοκήπιο και σε αντικατάσταση της υπομονετικής γαϊδούρας του ’60 αγόρασε μεταχειρισμένο τρακτέρ μικρής ιπποδύναμης. «Τα τελευταία χρόνια, και παρά την οικονομική κρίση», είναι τα καλλίτερα μου, δηλώνει. Θεωρώ ότι η δικηγορία ήταν γι αυτόν μια βιοποριστική παρένθεση της ζωής του για να ικανοποιήσει τη μεγάλη αγάπη του, δηλαδή τη σχέση του με τη Γη.

   
Ρώτησα και τους δυο πόσο κοστίζει το κρασί που παράγουν και μου απάντησαν γελώντας πως κοστίζει περισσότερο απ’ ό,τι αν το αγόραζαν. Συνέχισα λέγοντας ότι αυτό είναι αντίθετο με το νόμο της οικονομίας των αγορών που λέει ότι δεν  παράγουμε κάτι που μπορούμε να το βρούμε αλλού φτηνότερο και ότι κανονικά θα ’πρεπε να πουλήσουν τη γη τους και να αγοράσουν το λάδι και το κρασί που χρειάζονται, άλλωστε στον τόπο μας έχουμε εξαιρετικές ποιότητες κι από τα δυο, χωρίς να δουλεύουν. Μου επιτέθηκαν με σφοδρότητα: «δεν είσαι καλά, θα πουλήσουμε τις περιουσίες μας; τη γη των πατεράδων μας; την ψυχή μας; το συναίσθημά μας;».  Ο κομψός και ψηλός Νίκος παρακολουθούσε υπομειδιώντας. Ο ίδιος, αν και κάτοχος σημαντικής έκτασης γης, έχει σταματήσει προ πολλού τις καλλιέργειες, ήταν κάτι που δεν του ταίριαζε, και τελευταία ασκεί το επάγγελμα του κτηματομεσίτη, αναζητώντας αγροτεμάχια, εντός ή εκτός ζώνης υψηλής παραγωγικότητας για εγκαταστάσεις φωτοβολταϊκών ή άλλων επενδύσεων, και διέκρινα μια ειρωνεία στο χαμόγελό του για τον συναισθηματισμό και τις εμμονές των μικροϊδιοκτητών φίλων μας. Η  σύνοψη της κουβέντας από εκεί και πέρα είναι η ακόλουθη.

Τα τελευταία 30-40 χρόνια ο αγροτικός πληθυσμός της χώρας υποτριπλασιάστηκε, ενώ ο μέσος γεωργικός κλήρος δεν αυξήθηκε παρά ελάχιστα. Αυτό σημαίνει ότι οι Έλληνες δεν πουλάνε εύκολα τα χωράφια τους. Αλλά κι αν πουλήσουν για λόγους ανάγκης, που εγώ δεν συμφωνώ, πάλι μικρός θα παραμείνει σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, κι έτσι δεν θα πραγματοποιηθεί η διαφημιζόμενη μεγέθυνση και κατ’ επέκταση η ανταγωνιστικότητα των αγροτικών προϊόντων μας  όπως προβάλλουν συνεχώς οι τεχνοκράτες. Η μεγέθυνση και η ανταγωνιστικότητα θα προκύψουν από αλλού, τα ’χουμε ξαναπεί αυτά. Άλλωστε η Ελλάδα αυτό ήταν, είναι κι έτσι πρέπει να παραμείνει: μικρός κλήρος, βιοποικιλότητα και οικογένεια. Η οικογένεια, θεσμός άτυπος αλλά πολύ ισχυρός από κοινωνική άποψη, διαθέτει έναν αγρότη, έναν γιατρό, έναν φούρναρη ή καφετζή και κατά δεύτερο επάγγελμα αγρότη, έναν υπάλληλο, έναν συνταξιούχο με το δικό του αγροτεμάχιο, έναν έμπορο κ.ο.κ. με οικονομίες αυτόνομες αλλά αλληλέγγυες. Και οι αμιγείς μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις στη χώρα μας οικογενειακής μορφής είναι, με τα ίδια τα μέλη να συμμετέχουν ενεργά σε οποιοδήποτε στάδιο της παραγωγικής διαδικασίας. Και στις δυο περιπτώσεις είναι άνθρωποι που εργάζονται και παράγουν και που γνωρίζουν καλλίτερα από τον καθένα μας τη σημασία και του κεφαλαίου και της εργασίας. Είναι η ραχοκοκαλιά της εθνικής μας οικονομίας, όπως λένε όλοι, οι οποίοι αφού τη συκοφάντησαν, κυρίως οι κρατιστές και κρατικοδίαιτοι, στη συνέχεια τη σφυροκόπησαν ανελέητα για να καλύψουν τα δικά τους οικονομικά και πολιτικά τους ελλείμματα. Είναι οι ίδιοι που σήμερα υποκριτικά και ένοχα την υποστηρίζουν και την επικαλούνται ότι θα αποτελέσει τον άξονα της οικονομικής μας ανασυγκρότησης.

Αλλά ας επανέλθουμε στη γη. Οι Έλληνες δεν πουλάνε τα χωράφια τους, είτε για λόγους βιοποριστικούς, είτε γιατί θέλουν να συμπληρώσουν το οποιοδήποτε οικογενειακό τους εισόδημα, είτε από συναίσθημα αλλά και για έναν ακόμα λόγο. Η γη δεν είναι μια μορφή κεφαλαίου που αξίζει μόνον να τη δουλέψεις για να σου αποδώσει, είναι κάτι περισσότερο. Δεν είναι δηλαδή ένα μηχάνημα ή μια κατασκευή που μετά 15-20 χρόνια αχρηστεύονται και παύουν να λειτουργούν, ούτε ένα οπωροφόρο δέντρο που θα κλείσει το βιολογικό του κύκλο κάποια στιγμή και θα το κόψουμε για ξύλα στο τζάκι. Όταν θα έχει τελειώσει η παραγωγική ζωή  ενός περιβολιού και θα έχουν αποσβεστεί και απαξιωθεί όλα, η γη θα παραμένει εκεί, αμετακίνητη, σταθερή, με την αξία της αμετάβλητη και έτοιμη να δεχτεί μια νέα εγκατάσταση, μια νέα επένδυση. Αυτός είναι ο άλλος λόγος: η σταθερότητα, η σιγουριά, η ΑΣΦΑΛΕΙΑ. Η  συζήτηση έκλεισε με μια εύστοχη γαλλική παροιμία που πέταξε στο τραπέζι ο Ψυχογιός και που τα λέει όλα: “la terre et la pierre jamais son  devaluers” ( η γη και η πέτρα, δηλαδή το σπίτι δεν υποτιμώνται, δεν απαξιώνονται ποτέ ).

Μ’ αρέσουν πολύ οι παροιμίες και οι ελληνικές και οι ξένες. Γιατί μας δείχνουν ότι παντού στον κόσμο οι άνθρωποι είναι ίδιοι, με τις ίδιες αρχές και αξίες, τα ίδια πάθη, τις ίδιες αγωνίες… Αλλά και γιατί το νόημά τους επαληθεύεται, επιβεβαιώνεται διαχρονικά. Έτσι γίνεται με την Ιστορία, τα διάφορα φαινόμενα επανέρχονται κάνοντας κύκλους. Και κάθε φορά μπορεί να είναι πόνος ή χαρά, φάρσα ή τραγωδία, ευτυχία ή δυστυχία… τα συμβάντα αλλάζουν με την ουσία των πραγμάτων να παραμένει η ίδια. Αυτό μας διδάσκει και η Γη, ο φερέγγυος και γενναιόδωρος οικοδεσπότης να φιλοξενεί άλλοτε περιβόλια και αμπέλια, πότε λιβάδια με αιγοπρόβατα κι άλλες φορές τα πολύτιμα στάχια του σίτου που λικνίζονται αμέριμνα χορεύοντας στον ρυθμό του αγεριού, όπως στη ταινία του Dovzenko.
 
*Ο Τάκης Λαϊνάς είναι γεωπόνος και συγγραφέας. Από τις εκδόσεις «Παρατηρητής της Θράκης» κυκλοφορούν τα βιβλία του «Ο κόσμος ο κάμπος‒ El campo el mundo» και «Γη και ύδωρ ‒ Αγροτική εργασία και οικονομία».

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.