Η αλληλεγγύη σε πρώτο πλάνο στο 41ο Προσυνέδριο των εργαζομένων του ΟΤΕ

28.03.2016 21:50

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

«Αλληλεγγύη και προσφορά στον συνάνθρωπο», ήταν ο τίτλος του 41ου Προσυνεδρίου Εργαζομένων ΟΤΕ Μακεδονίας-Θράκης, που διοργάνωσαν το περασμένο Σάββατο στην Κομοτηνή η Πολιτιστική Ένωση Εργαζομένων ΟΤΕ και το Πολιτιστικό Κέντρο Εργαζομένων και Συνταξιούχων ΟΤΕ Ν.Ροδόπης. Το προσυνέδριο τίμησαν μεταξύ άλλων με την παρουσία τους η γραμματέας του τεχνικού διαμερίσματος ΑΜ-Θ του ΟΤΕ, κ. Βάσω Καραγιάννη, και η πρόεδρος της Πολιτιστικής Ένωσης Εργαζομένων ΟΤΕ, κ. Χριστίνα Νικολέτσου. Αμφότερες, όπως και οι υπόλοιποι συμμετέχοντες στις εργασίες του προσυνεδρίου, είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν τρεις ενδιαφέρουσες εισηγήσεις από τους κ.κ. Ιωάννη Σιδηρά, Θεολόγο-Ιστορικό-Νομικό, Περικλή Πολυζωίδη, Επίκουρο Καθηγητή του Τμήματος Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης του Δ.Π.Θ., και Νατάσα Λιβεριάδου, πρόεδρο της ΔΚΕΠΠΑΚ Κομοτηνής.

Ιωάννης Σιδηράς
 
«Οφείλει η εκκλησία και η τοπική αυτοδιοίκηση να επαναφέρει το κοινοτικό πνεύμα αλληλεγγύης ως συνείδηση, πράξη και βίωμα των ανθρώπων»



Ο πρώτος εκ των συμμετεχόντων, κ. Ιωάννης Σιδηράς, αναφέρθηκε στην όλη ιστορική διαδρομή της παρουσίας οργανωμένων κοινοτήτων στην περιοχή του νομού Ροδόπης. Η ιστορική ιχνηλασία του κ. Σιδηρά αφορούσε καταρχήν την νεολιθική εποχή και τα σχετικά αρχαιολογικά ευρήματα, τα οποία εκτίνονται στο νομό Ροδόπης (π.χ. Τούμπα Παραδημής, Σπήλαιο Μαρώνειας, Ακρόπολη Ισμάρου, Σπήλαια Στρύμης), τονίζοντας ότι αυτή η πρώτη οργανωμένη ζωή στηριζόταν στην αυτάρκεια και στην αυτοοργάνωση των ανθρώπων μέσω των οποίων αυτών κοινωνικών δομών ζωής και συνυπάρξεως επιβίωναν. Στη συνέχεια, περιέγραψε με λεπτομέρειες τις διάφορες φάσεις της αρχαίας περιόδου, που ξεκινά από το 1100 π.Χ. μέχρι και το 324 μ.Χ., εστιάζοντας στην παρουσία των ελληνικών πληθυσμών σε οργανωμένες κοινότητες, τόσο κατά την περίοδο του 700 π.Χ., με αναφορά στους Κίκονες και στους Βίστωνες, στην αρχαία Μαρώνεια, την πόλη των Δικαίων, της Στρύμης και στην οργανωμένη κατά τον 5ο αιώνα Μαρώνεια ως εμποροναυτικού και οικονομικού και πολιτιστικού κέντρου, όσο και στην ελληνιστική περίοδο, κάνοντας ιδιαίτερη μνεία στον μακεδονικό τάφο των Συμβόλων, καθώς επίσης στην περίοδο της ρωμαιοκρατίας, και βέβαια στην ένδοξη περίοδο της Βυζαντινή Αυτοκρατορίας. Αναφέρθηκε επίσης στην εκκλησιαστική οργάνωση της Επισκοπής, Αρχιεπισκοπής και Μητροπόλεως της Μαρωνείας, όπως επίσης και στις βυζαντινές πόλεις της Αναστασιουπόλεως (Περιθώριο), της Μαξιμιανουπόλεως, η οποία κατά τον 8ο μ.Χ. αιώνα ονομάστηκε Μοσυνούπολις, που στην ουσία είναι η μητέρα-πόλη που γέννησε την Κομοτηνή. Ιδιαίτερη μνεία έκανε στην μετατόπιση των πληθυσμών από την Μαξιμιανούπολη προς τα βυζαντινά Κουμουτζινά, κατά τον Ιωάννη Κατακουζηνό, ή αλλιώς στα Κομουτινά, κατά τον Νικηφόρο Γρηγορά, ενώ περιέγραψε πώς οργανώθηκε στη σημερινή Κομοτηνή οικισμός πριν ακόμη την ανέγερση του λεγόμενου βυζαντινού θεοδοσιανού κάστρου, δηλαδή κατά τον 2ο μ.Χ. αιώνα, πώς κατά τον 4ο αιώνα γίνεται επί της Εγνατίας Οδού το φρουραρχείο, λεγόμενο Θεοδοσιανό Κάστρο, και πώς από το 1206 όταν ο Βούλγαρος Τσάρος Καλογιάννης, που τον αποκαλούσαν οι θρακιώτες «Σκυλογιάννη», κατέστρεψε την Μαξιμιανούπολη και δεκάδες άλλες θρακικές πόλεις, οπότε άρχισε η μετακίνηση και μετατόπιση των πληθυσμών από την Μαξιμιανούπολη – Μοσυνούπολη προς το Βυζαντινό Κάστρο, οπότε εκεί γεννήθηκε η νέα πλέον Κομοτηνή. Ειδική αναφορά βεβαίως έγινε και στην οργάνωση της πόλης και της ζωής των υπόδουλων πια Ρωμιών κατά την οθωμανοκρατία και στις νεότερες οργανωμένες κοινωνικές δομές, από τον 17ο , τον 18ο έως και τον 20ο αιώνα των Ρωμιών στις δύο ιστορικές κοινότητες του Βαρόσι, πέριξ του Βυζαντινού Φρουρίου και της μητροπολιτικής εκκλησίας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και βέβαια στη δεύτερη ενορία, τη νέα ενορία του Άνω Μαχαλά ή του Νέου Μαχαλά ή Φεράχ Μαχαλά, που είναι η ενορία του Αγίου Γεωργίου. Στην ιδιαίτερη ιστορική δοκιμασία για τον ελληνορθόδοξο πληθυσμό της περιοχής, έκανε λόγο αναφερόμενος στην κατάκτηση, από το 1913-1919 του νομού Ροδόπης και της Θράκης από τους Βουλγάρους, στο ρόλο του Χαρίσιου Βαμβακά, ο οποίος με συνεργασία με τον Ελευθέριο Βενιζέλο πέτυχε πλέον να καταχωρηθεί η Θράκη στην Ελλάδα, και στην απελευθέρωσή της στις 14 Μαΐου του 1920. Δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στη δεύτερη βουλγαρική κατοχή, το 1941-1944, και ιδιαίτερο βάρος στην εισήγησή του έδωσε στο πολυθρησκευτικό και πολυπολιτισμικό ψηφιδωτό του νομού, τονίζοντας ότι όλα τα θρησκευτικά μνημεία τόσο των χριστιανών όσο και των αρμενίων, ισοτίμως δε και των μουσουλμάνων, αποτελούν πλούτο πολιτισμικό της περιοχής, τον οποίο αξίζει κάποιος να επισκεφθεί. Λόγω της καλής συνεργασίας του, όπως ανέφερε, με τους ντόπιους γνώστες της ιστορίας των τεμένων μουσουλμάνους, έκανε ιδιαίτερη αναφορά στην ιστορία των ιστορικών τεμένων της πόλης, θυμίζοντας ότι πίσω από την κάθε πέτρα είτε εκκλησιάς είτε τζαμιού, κρύβεται μια ιστορία. Πρόσωπα, γεγονότα, και γεωπολιτικές συνθήκες που πολλές φορές επέβαλαν την ανέγερση τέτοιων μνημείων.
 
Κατέληξε, λέγοντας, ότι η Θράκη ως κόρη του ωκεανού και αδελφής της Ασίας, της Ευρώπης και της Λιβύης, δεν παύει  μέσα στη διαχρονίας της να αποτελεί πνευματικό πόλο έλξεως για προσκυνητές, όσον αφορά το θρησκευτικό τουρισμό, και για αρχαιολόγους, ερευνητές και μελετητές. Θέλγει και προσελκύει με το ιδιαίτερο χρώμα της, το χρώμα ενός πολυπολιτισμού, και μιας πολυθρησκευτικότητας, που είναι και το φυσικό ιστορικό και πολιτιστικό της πλεονέκτημα.
 
Σημειώνεται, τέλος, πως ο κ Σιδηράς, έκανε ειδική επισήμανση στην εισήγησή του στο γεγονός ότι στις μέρες μας χάθηκε το κοινοτικό σύστημα οργάνωσης των ανθρώπων και το κοινοτικό πνεύμα αλληλεγγύης και κοινωνικής συνοχής, το οποίο κράτησε τις ελληνορθόδοξες κοινότητες ζωντανές κατά την περίοδο της οθωμανοκρατίας. Όπως επισήμανε, αυτό το κοινοτικό πνεύμα αλληλεγγύης οφείλει η εκκλησία και η τοπική αυτοδιοίκηση να επαναφέρει ως συνείδηση, πράξη και βίωμα των ανθρώπων, για να βρεθεί μία διέξοδος σε όλα αυτά που βιώνει ο ελληνικός λαός λόγω των οικονομικών δυσουριών.

Νατάσα Λιβεριάδου
 
«Η Κομοτηνή είναι μία πόλη που παρά το μικρό της μέγεθος, έχει ιστορία στην προσφορά και στον εθελοντισμό από τον προηγούμενο αιώνα»



Η πρόεδρος της ΔΚΕΠΠΑΚ, κ. Νατάσα Λιβεριάδου, μίλησε για την προσφορά και την αλληλεγγύη στην πόλη της Κομοτηνή, όπως καταγράφεται όχι μόνο στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, αλλά από τις αρχές ήδη του προηγούμενου αιώνα. «Ο εθελοντισμός και η προσφορά σε αυτήν την πόλη δεν είναι τωρινά, επειδή έχουμε την περίοδο της κρίσης», υπογράμμισε. «Είναι μία πόλη που παρά το μικρό της μέγεθος», επισήμανε, «έχει ιστορία στην προσφορά και στον εθελοντισμό από τον προηγούμενο αιώνα». «Από την εποχή του 1913 όταν ξεκίνησαν οι κυρίες του Ερυθρού Σταυρού με επικεφαλής την Δόξα Σκουτέρη», συνέχισε, «και από εκεί και μετά έχουμε μια καταγραφή οργανώσεων, συλλόγων, ανθρώπων, οι οποίοι κατέθεσαν την ψυχή τους για την αλληλεγγύη και τον εθελοντισμό». «Αν και είναι στοιχείο του Έλληνα η αγάπη, η προσφορά και ο εθελοντισμός», παρατήρησε κλείνοντας, «ωστόσο κάπου είχαμε ξεφύγει, κάπου είχαμε αδρανήσει και κάπου ήμασταν περισσότερο ατομιστές. Στις μέρες μας, με όλα αυτά που μας συμβαίνουν, «ξυπνήσαμε» πάλι και αναπτύσσεται μια πολύ μεγάλη και έντονη δράση, πέρα από τις κοινωνικές δομές του δήμου. Είναι σημαντικό για την πόλη μας, που παρόλο ότι είναι μικρή, ωστόσο έχουμε μια πολύ πλούσια δράση στον εθελοντισμό».

Νικόλαος Πίτατζης
 
«Οι πράξεις αλληλεγγύης είναι η πρώτη ύλη για να οικοδομήσουμε μια κοινωνία, που θα στηρίζεται στις ανθρώπινες αξίες κι όχι στο κέρδος»



Στον χαιρετισμό του κατά την έναρξη του προσυνεδρίου, ο πρόεδρος του Πολιτιστικού Κέντρου ΟΤΕ Ροδόπης, κ. Νικόλαος Πίτατζης, παρατήρησε πως «η κρίση ενδυνάμωσε τους κοινωνικούς δεσμούς», επισημαίνοντας ότι «προέβαλε σημαντικά την αξία της αλληλεγγύης, ενίσχυσε το ρόλο της εθελοντικής προσφοράς και ώθησε πολλούς συνανθρώπους μας να ενεργοποιηθούν». «Φορείς και οργανώσεις αποδείχθηκαν πιο δραστήριοι και πιο αποτελεσματικοί στην παροχή βοήθειας από ό,τι σε καιρούς ευμάρειας», παρατήρησε, κάνοντας και ειδική μνεία στα αντανακλαστικά αλληλεγγύης των συμπατριωτών μας υπέρ των μεταναστών και των προσφύγων. «Βλέπουμε τους Έλληνες να τείνουν χέρι βοηθείας», σημείωσε, «στους χιλιάδες μετανάστες και πρόσφυγες που έχουν συρρεύσει στην χώρα μας ξεριζωμένοι από την πατρίδα τους λόγω του πολέμου. Η Ελλάδα μπορεί να ζει μία από τις πιο άσχημες οικονομικές περιόδους, ωστόσο δείχνει αλληλεγγύη και στήριξη, υλική και ηθική, σε παιδιά και ενήλικες που μεταναστεύουν για να σωθούν». Καταληκτικά υπογράμμισε ότι όλες οι πράξεις αλληλεγγύης «είναι το όπλο μας για να κερδίσουμε σε αυτόν τον ακήρυχτο πόλεμο. Είναι όμως και η πρώτη ύλη για να οικοδομήσουμε μια κοινωνία, που θα στηρίζεται στις ανθρώπινες αξίες κι όχι στο κέρδος».

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine