Παρουσιάστηκε με επιτυχία το βιβλίο «Προσεχώς εμείς μεγαλώνουμε- Μαρτυρίες εκπαιδευτικών για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας»

00.00.0000 00:00

Νατάσσα Βαφειάδου

Στο πλαίσιο του Προγράμματος Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων - Θάλεια Δραγώνα, υπεύθυνη του Προγράμματος «Το έργο αυτό αγγίζει όλα τα ιδεολογικά ευαίσθητα θέματα που απαιτούν μία μεθοδολογία, η οποία, για να είναι αποτελεσματική, πρέπει να στηρίζεται στη συλλογικότητα και τη συστηματική δουλειά»

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Ο καρπός της πιλοτικής διδασκαλίας του μαθήματος της λογοτεχνίας υπό την μορφή θεματικών και ειδολογικών ενοτήτων, με την μέθοδο project, σε σχολεία της Ροδόπης και της Ξάνθης κατά την τριετία 2012-2014, στο πλαίσιο του Προγράμματος Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων,  το βιβλίο «Προσεχώς εμείς μεγαλώνουμε-Μαρτυρίες εκπαιδευτικών για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας» παρουσιάστηκε το απόγευμα της Πέμπτης, στον χώρο του βιβλιοπωλείου Δημοκρίτειο στην Κομοτηνή, παρουσία της υπεύθυνης του Προγράμματος Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων κ. Θάλειας Δραγώνα καθώς και του συνόλου των εκπαιδευτικών που αποτελούν και τη συγγραφική ομάδα του βιβλίου.
 
Μία ίωση κράτησε μακριά από την παρουσίαση την έτερη υπεύθυνη του Προγράμματος κ. Άννα Φραγκουδάκη αλλά και τον έναν εκ των τριών ομιλητών της εκδήλωσης τον διδάκτορα Φιλολογίας κ. Σπύρο Κιοσσέ, η εισήγηση του οποίου ωστόσο ακούστηκε δια στόματος της κ. Ελένης Χοντολίδου, εκπαιδευτικού και επιμελήτριας του βιβλίου που ήταν παρούσα, ενώ την ομάδα των εισηγητών της εκδήλωσης συμπλήρωσαν ο κ. Δημήτρης Βλάχος, Σύμβουλος Σχολικών Δραστηριοτήτων Ροδόπης και η κ. Ζωή Γαβριηλίδου, καθηγήτρια Γλωσσολογίας και πρόεδρος του Τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας του ΔΠΘ. 

Θάλεια Δραγώνα «Οι εκπαιδευτικοί έκαναν κάτι το οποίο ήταν ρηξικέλευθο, προτείνοντας έναν  εναλλακτικό τρόπο της διδασκαλίας της λογοτεχνίας με βάση ένα υλικό το οποίο παρήγαγε το πρόγραμμα»

Την εκδήλωση προλόγισε η κ. Δραγώνα η οποία τόνισε πως το βιβλίο αυτό αποτελεί την «φωνή των εκπαιδευτικών» που συμμετείχαν στην πιλοτική αυτή εφαρμογή του προγράμματος και το οποίο, όπως υπογράμμισε, «είναι πλαισιωμένο με όλη την εκπαιδευτική γνώση, το συναίσθημα και το βίωμα αυτών που το κάνει ξεχωριστό».
 
«Οι εκπαιδευτικοί έκαναν κάτι το οποίο ήταν ρηξικέλευθο» τόνισε η ίδια, «προτείνοντας έναν  εναλλακτικό τρόπο της διδασκαλίας της λογοτεχνίας με βάση ένα υλικό το οποίο παρήγαγε το πρόγραμμα και το οποίο έχει μία διαφορετική οπτική». Ένα υλικό το οποίο όπως τόνισε χαρακτηρίζεται από συλλογικότητα και συστηματική δουλειά, καθώς «φτιάχτηκε από εκπαιδευτικούς μαζί με τους εκπαιδευτικούς», δοκιμάστηκε στην πράξη για περισσότερα από 2,5 χρόνια  και έδωσε την ευκαιρία «τόσο στα παιδιά όσο και στους εκπαιδευτικούς να κάνουν κάτι πολύ περισσότερο από αυτό που γίνεται σε όλα τα υπόλοιπα σχολεία της χώρας».
 
«Το έργο αυτό αγγίζει όλα τα ιδεολογικά ευαίσθητα θέματα, τις κοινωνικές ανισότητες απέναντι στη μάθηση που  βασίζονται στην διαφορετική θρησκεία, γλώσσα, κουλτούρα, τη διγλωσσία και τη μονογλωσσία στο δημόσιο σχολείο, θέματα που απαιτούν μία μεθοδολογία που για να είναι αποτελεσματική πρέπει να στηρίζεται στη συλλογικότητα και τη συστηματική δουλειά» χαρακτηριστικά που, σύμφωνα με την ίδια, «διαπερνούν το όλο εγχείρημα του προγράμματος».
 
«Μέσα από το βιβλίο θα δείτε τι σημαίνει τα παιδιά να έρχονται σε επαφή με δύο εμβληματικές γυναίκες των γραμμάτων και τεχνών στην Ελλάδα την Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου και την ζωγράφο Ελένη Αλταμούρα, δύο γυναίκες οι οποίες υπήρξαν  πρωτοπόρες και τα έργα των οποίων διδάσκονται στα νέα κορίτσια της μειονότητας. Θα δείτε επίσης τα αποτελέσματα της ανάγνωσης ποιημάτων του Καβάφη που δείχνουν το τι σημαίνει κάποιος άλλος να έχει φτιάξει για σένα μία ζωή η οποία δεν είναι δική σου» επεσήμανε η ίδια παραθέτοντας το παράδειγμα μίας μαθήτριας από το Δροσερό, η οποία αφού διδάχτηκε τα ποιήματα αυτά αντιλαμβανόμενη ότι κάποιος άλλος είχε ορίσει τη ζωή της, διέλυσε τον αρραβώνα της. 

Δημήτρης Βλάχος «Μέσα από το βιβλίο αναδύεται η ανάγκη  θεμελίωσης της εκπαιδευτικής πολιτικής στην φρόνηση και όχι στον τυφλό αυτοσχεδιασμό των εκπαιδευτικών ούτε στον στείρο αυταρχισμό κανονιστικών διατάξεων του υπουργείου»

Για το φιλοσοφικό και ηθικό θεμέλιο του εγχειρήματος μίλησε ο Σύμβουλος Φιλολόγων ν.Ροδόπης κ. Δημήτρης Βλάχος, ο οποίος έκανε λόγο για ένα «υβριδικό λογοτεχνικό είδος διδακτικής της λογοτεχνίας υπό την μορφή μαρτυριών».
 
« Η πρωτοτυπία του βιβλίου είναι ότι πρόκειται για κάτι τελείως διαφορετικό από μία τυπική διδακτική της λογοτεχνίας» τόνισε ο ίδιο για να επισημάνει πως οι μαρτυρίες των εκπαιδευτικών συνιστούν μία λογοτεχνική καταγραφή προσωπικών εμπειριών από τη διδασκαλία της λογοτεχνίας στην Β΄βάθμια εκπαίδευση σε σχολεία της Ξάνθης και της Ροδόπης, μέσα από τις φωνές των ίδιων των συγγραφέων του, «φωνές στέρεα θεμελιωμένες στην εμπειρία της σχολικής τάξης, που αποτελεί και το δεύτερο πλεονέκτημα του βιβλίου, μετά τη λογοτεχνική του γραφή».
 
«Οι μαρτυρίες των εκπαιδευτικών λειτουργώντας παραδειγματικά» ανέφερε ο ίδιος «αναζωογονούν το ερώτημα για τις προϋποθέσεις υλοποίησης μιας εκπαιδευτικής πολιτικής που δεν αφορά μόνο στη διδασκαλία της λογοτεχνίας. Αναδύεται μέσα από αυτή την προβληματοποίηση η ανάγκη  θεμελίωσης της εκπαιδευτικής πολιτικής στη φρόνηση και όχι στον τυφλό αυτοσχεδιασμό των εκπαιδευτικών ούτε στον στείρο αυταρχισμό κανονιστικών διατάξεων του υπουργείου ή της θεωρητικής ακαδημαϊκής σοφίας,  η οποία ποτέ δεν δοκιμάστηκε σε συνθήκες πραγματικής τάξης.  Η πολυετής εμπειρία των εκπαιδευτικών της τάξης δεν μπορεί να ακυρώνεται με τον σχεδιασμό και την εφαρμογή της εκπαιδευτικής πολιτικής από την εκάστοτε κυβέρνηση αλλά να την συνδιαμορφώνει».
 
Αυτό ακριβώς καταγράφει, σύμφωνα με τον ίδιο, το βιβλίο μέσα από τις εμπειρίες των εκπαιδευτικών του προγράμματος οι οποίοι αποδεικνύουν «ότι οι μοναδικές  εναιώνιες στιγμές της καλής διδασκαλίας είναι δημιούργημα σχέσεων, προσώπων, θεσμών και εκπαιδευτικών υλικών, τα οποία εκπαιδευτικά υλικά είναι πράγματα και όχι αντικείμενα και γι ‘αυτό ακριβώς η συνύφανσή τους είναι αυτή που συνδέει με ορατούς και αόρατους δεσμούς θεωρία και πράξη, κείμενα και πρόσωπα από διαφορετικούς πολιτισμούς, ηλικίες και δημιουργεί το αίσθημα του ανήκειν σε μία εκπαιδευτική κοινότητα».
 
Το βιβλίο όπως υποστήριξε ο κ.Βλάχος λειτουργεί παραδειγματικά και εμψυχωτικά. Παραδειγματικά, εξήγησε ο ίδιος, «στον βαθμό που δείχνει το παράδειγμα μίας εναλλακτικής διδακτικής της λογοτεχνίας που μπορεί να εφαρμοστεί παντού, αλλά και στο μέτρο που οι αφηγήσεις των εκπαιδευτικών λαμβάνουν υπόψη και αξιολογούν με γενναιότητα και αυτοκριτική διάθεση βήμα βήμα τη δυναμική και την ποιότητα της σχέσης διδάσκοντος και διδασκομένου κατά τη διδασκαλία της λογοτεχνίας» δίνοντας επίσης την ευκαιρία στην φωνή των μαθητών να ακουστεί και όχι να «καταπνιγεί» από την αυθεντία του δασκάλου. 

Ζωή Γαβριηλίδου «Το βιβλίο αυτό προσπαθεί να καθιερώσει ένα σχήμα που επιτρέπει σταδιακά την είσοδο και των πιο απρόθυμων αναγνωστών στο διάβασμα»

Τις λέξεις συμμετοχικότητα και συνεργατικότητα επέλεξε η δεύτερη εισηγήτρια, η κ. Ζωή Γαβριηλίδου, πρόεδρος του Τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας του ΔΠΘ και συνεργάτης του Προγράμματος Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων, για να χαρακτηρίσει το εγχείρημα.
 
Σύμφωνα με την ίδια  το υλικό και η μέθοδος που προτείνονται μέσα από το βιβλίο και εφαρμόστηκαν και στην πράξη, κινητοποιούν τους μαθητές να συμμετέχουν στην διδασκαλία του μαθήματος της λογοτεχνίας, μέσα από την συνεργασία, αποκτώντας μάλιστα την τόσο σπάνια στα ελληνικά εκπαιδευτικά δρώμενα συνεργατική κουλτούρα.  
 
«Οι εκπαιδευτικοί συμμετέχουν και  διδάσκουν στοχευμένα αλλά ελεύθερα όπως γράφει μία από τις εκπαιδευτικούς και ως διαμεσολαβητές προσπαθούν να βάλουν τη δική τους σφραγίδα στο υλικό για να βοηθήσουν τους μαθητές να νοιώσουν ότι το διάβασμα μπορεί να προσφέρει ευχαρίστηση, να γίνει ένα μέσο για να ταξιδέψεις ή να αποτελέσει ένα παράθυρο στον κόσμο» τόνισε για να επισημάνει πως μέσα από τη νέα αυτή άποψη της διδασκαλίας της λογοτεχνίας «χάνεται το αυστηρό “τι θέλει να πει ο ποιητής” που απομάκρυνε από το βιβλίο τόσες και τόσες γενιές μαθητών ή “το χωρίστε το κείμενο σε παραγράφους”, και σπρώχνει τους μαθητές να ανακαλύψουν τα δικά τους κίνητρα για διάβασμα  συνειδητά ή ασυνείδητα με μέσο το παιχνίδι».
 
«Το βιβλίο αυτό προσπαθεί να καθιερώσει ένα σχήμα που επιτρέπει σταδιακά την είσοδο και των πιο απρόθυμων αναγνωστών στο διάβασμα» τόνισε η ίδια για να εκμυστηρευτεί στην συνέχεια πως «ως πρόεδρος του Τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας έχω θέσει ένα μικρό στόχο, τον διεμβολισμό πριν την ολοκλήρωση της θητείας μου, από το μυαλό των φοιτητών μας του κλασικού σχήματος  του τι είναι  ο φιλόλογος, προκαλώντας μία μικρή μετατόπιση στη στερεότυπη αντίληψη του τι διδάσκουμε στην τάξη».
 
Για την επίτευξη μάλιστα του στόχου αυτού στο τέλος της εισήγησής της η κ. Γαβριηλίδου απηύθυνε επίσημη πρόσκληση προς τους υπευθύνους και τους εκπαιδευτικούς του προγράμματος να πραγματοποιήσουν το επόμενο ακαδημαϊκό εξάμηνο μία σειρά βιωματικών δράσεων στους φοιτητές του Τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας του ΔΠΘ. 

Σπύρος Κιοσσές «Το ΠΕΜ  εκπαίδευσε τους εκπαιδευτικούς κυρίως στην ίδια την τέχνη του “να πετάς” με τους μαθητές σου και τους χάρισε την ελευθερία μιας παρόμοιας πτήσης»

Οι σκέψεις και τα συναισθήματα του απόντος λόγω ίωσης κ. Σπύρου Κιοσσέ ακούστηκαν δια στόματος της κ. Ελένης Χοντολίδου η οποία διάβασε την εισήγησή του στους παρευρισκομένους.
 
Σύμφωνα λοιπόν με τα γραφόμενα του κ. Κιοσσέ «το βιβλίο αυτό θα μπορούσε κανείς να το διαβάσει  υπό το πρίσμα της θεωρίας ή της διδακτικής της λογοτεχνίας, ξεκαθαρίζοντας το τι  συνιστά λογοτεχνία και λογοτεχνική εμπειρία  και κυρίως πώς μπορεί ο εκπαιδευτικός να λειτουργήσει ως διαμεσολαβητής μεταξύ του κειμένου και του μαθητή βοηθώντας τον να το προσεγγίσει με τρόπο προσωπικό, βιωματικό και συχνά παιγνιώδη, ενώ θα μπορούσε να διαβαστεί και ως πηγή εμπλουτισμού της μεθοδολογίας  στο συγκεκριμένο μάθημα, ως δείγμα σχεδιασμού και εφαρμογής της εκπαιδευτικής παρέμβασης και καινοτομίας ως πρότυπο εφαρμογής της μεθόδου project κτλ.».
 
Ο κ. Κιοσσές επέμεινε αντίστοιχα με τους προαναφερθέντες εισηγητές της εκδήλωσης πως η σημασία του τόμου αυτού έγκειται στη συλλογικότητά του, καθώς όπως υπογράμμισε « ένα σύνολο εκπαιδευτικών ορμώμενοι από διαφορετικά υπόβαθρα και με ποικίλες προσδοκίες από το πρόγραμμα συνεργάζονται στο ίδιο θεωρητικό πλαίσιο, καθόλου αυτονόητο ακόμα και για εκπαιδευτικούς που εργάζονται στο ίδιο σχολείο, προβληματίζονται, συζητούν, συνεισφέρουν, προτείνουν και μοιράζονται λύσεις».
 
«Ανεξάρτητα από το ρόλο ή την βαθμίδα στην οποία εργάζεται, ο ένας μαθαίνει στον και από τον άλλον, υπερβαίνοντας πρόθυμα τις αναστολές του  εκπαιδευτικού και κοινωνικού αυτισμού του τόσο καταστροφικού για την παιδεία της χώρας μας» υπογράμμισε για να επισημάνει ότι μέσα από αυτό αναδεικνύεται ο ρόλος του ίδιου του εκπαιδευτικού, «δίνοντας βήμα στις φωνές των εκπαιδευτικών που δίδαξαν το μάθημα της λογοτεχνίας στο πλαίσιο του προγράμματος».
 
«Διαβάζοντας με ενδιαφέρον και ευχαρίστηση τις μαρτυρίες των συναδέλφων» κατέληξε ο ίδιος «κατανόησα πως το πρόγραμμα δεν τους παρείχε μόνο τα απαραίτητα τεχνικά μέσα, τους χάρτες και τα καύσιμα για” την πτήση τους”, αλλά τους εκπαίδευσε κυρίως στην ίδια την τέχνη του “να πετάς” με τους μαθητές σου και τους χάρισε την ελευθερία μιας παρόμοιας πτήσης» γεγονός για το οποίο, όπως υπογράμμισε, κλείνοντας «κάθε δάσκαλος θα ήταν ευγνώμον».
 
Το τέλος των εισηγήσεων ακολούθησε συζήτηση μεταξύ των παρευρισκομένων με τους εκπαιδευτικούς του προγράμματος που συνέβαλαν στη συγγραφή του βιβλίου αυτού να παίρνουν το λόγο αλλά και τους ίδιους τους «πρωταγωνιστές», τους μουσουλμάνους μαθητές, που βίωσαν στην πράξη την πιλοτική εφαρμογή του προγράμματος να μοιράζονται με το κοινό τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους.

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine