Ποιο είναι το μέλλον της ελληνικής μειονότητας στη Βόρεια Ήπειρο;

07.11.2018 12:36

Του Δημήτρη Μακροδημόπουλου, E-mail: dimakrogr@yahoo.gr

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Αν θέλουμε να τεκμηριώσουμε την αδυναμία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής να προστατεύσει τον ελληνισμό στις πατρογονικές του εστίες, το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι αυτό της Βόρειας Ηπείρου. Ιδιαίτερα μάλιστα αν παραλληλίσουμε την φθίνουσα εξέλιξη της ελληνικής μειονότητας εκεί με την μετέπειτα πορεία της αλβανικής μειονότητας στη Γιουγκοσλαβία, δηλαδή του Κοσσόβου. Ο παραλληλισμός δεν είναι αυθαίρετος. Το 1992 η ελληνική κυβέρνηση με αφορμή τις εξελίξεις στη Γιουγκοσλαβία και το μελλοντικό καθεστώς του Κοσσόβου είχε αξιώσει «να υπάρξουν ενιαίες αρχές για την αντιμετώπιση ομοειδών περιπτώσεων που αναδεικνύονται από την γιουγκοσλαβική κρίση» προβάλλοντας «το δόγμα των ομοειδών περιπτώσεων». Συγκεκριμένα, ζήτησε οποιοδήποτε καθεστώς προβλεφθεί για το Κόσσοβο, δηλαδή αυτονομία, ανεξαρτησία ή προσάρτηση στην Αλβανία, να ισχύσει και για τους Έλληνες της Β. Ηπείρου, χαρακτηρίζοντας τις δύο περιπτώσεις ως «ομοειδείς».
 
Ποιο είναι σήμερα το συγκριτικό αποτέλεσμα ανάμεσα στις δύο περιοχές; Το Κόσσοβο αποσπάστηκε από τη Σερβία με τη συνδρομή των Νατοϊκών δυνάμεων, έχει ανακηρύξει την ανεξαρτησία του ως «Δημοκρατία του Κοσσόβου» και αναγνωριστεί από 113 κράτη μέλη του ΟΗΕ,  προστατεύεται μάλιστα από μια διεθνή δύναμη την KFOR και προαλείφεται να ενταχθεί στην Ε.Ε.. Όμως και το εθνικό κέντρο των Αλβανών, τα Τίρανα, επιδεικνύει περισσό θράσος δυσανάλογα μεγάλο με την ανύπαρκτη ισχύ του: Ο πρωθυπουργός της Αλβανίας Έντι Ράμα δεν δίστασε να δηλώσει ότι «η ενοποίηση των Αλβανών της Αλβανίας και του Κοσσόβου είναι αναπόφευκτη και δεν υφίσταται αμφισβήτηση». Διερωτήθηκε μόνον πώς θα συμβεί: «Θα συμβεί στο πλαίσιο της Ε.Ε., ως φυσική συνέπεια που όλοι κατανοούν ή θα γίνει ως αντίδραση στην τύφλωση ή οκνηρία της Ε.Ε.;». Το αποτέλεσμα; Από 1ης Ιανουαρίου 2019 τα σύνορα μεταξύ του Κοσσόβου και της Αλβανίας με πρωτοβουλία των δύο κυβερνήσεων θα είναι ουσιαστικά ανύπαρκτα.
 
Το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει με την ελληνική μειονότητα της Βορείου Ηπείρου: Αν και το 1992 η Αθήνα εξίσωνε το μέλλον της με αυτό του Κοσσόβου, σήμερα η διαφορά του καθεστώτος που διέπει τις δύο περιπτώσεις είναι δραματικά ετεροειδής σε βάρος της ελληνικής μειονότητας που κυριολεκτικά φυλλοροεί και ζει σε συνθήκες ανασφάλειας. Ίσως η ενέργεια του ομογενούς Κωνσταντίνου Κατσίφα στο χωριό Βουλιαράτες να εξέφραζε αυτή την απελπισία της μειονότητας για το μέλλον της, όμως η εκτέλεσή του και οι δηλώσεις του Έντι Ράμα που ακολούθησαν αναδεικνύουν το θράσος των Τιράνων για άλλη μια φορά απέναντι σε έναν υπέρτερο γείτονα. Αυτό κατά την άποψή μου συμβαίνει, όπως απέδειξε και η συμφωνία των Πρεσπών, διότι η Αθήνα επιλέγει να συμπλέει με τις επιθυμίες και τα συμφέροντα των ισχυρών δυνάμεων ευελπιστώντας πάντα ότι θα καρπωθεί από την υποταγή της σε αυτά, παρά να διεκδικεί και να επιβάλλει τα εθνικά της συμφέροντα. Αυτό δεν αποδεικνύει η συναίνεση της Αθήνας στη χορήγηση καθεστώτος υποψήφιας προς ένταξη χώρας στην Ε.Ε. στην Αλβανία χωρίς να υπάρχουν οι αναγκαίες διασφαλίσεις για τη μειονότητα;  Μάλιστα δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η μαζική φυγή της ελληνικής μειονότητας από τη Β. Ήπειρο στη χώρα μας ξεκίνησε τα Χριστούγεννα του 1989, όταν ο Αντώνης Σαμαράς χρησιμοποίησε τη θρησκεία ως πολιτικό μέσον για να ενεργοποιήσει την «ελληνική χριστιανική μειονότητα» της Αλβανίας, προκειμένου να  αποσταθεροποιηθεί το καθεστώς Αλία το οποίο ήδη κατέρρεε, για να φανεί αρεστή η Ελλάδα στις ΗΠΑ.
 
Αν αυτή η πολιτική απέδωσε καρπούς φτάνοντας σε μια ανεπανάληπτη κορύφωση το 1920, από το 1922 και μετά αποδείχθηκε καταστροφική. Έγραφε ο Παναγιώτης Κονδύλης στη «Θεωρία του Πολέμου»: «Το γεωπολιτικό δυναμικό  της Ελλάδας, αποτυπωνόταν κατά τον 19ο αιώνα και ίσαμε το σημαδιακό 1922 πολύ περισσότερο στο έθνος παρά στο κράτος… Έκτοτε αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση που διαρκεί μέχρι σήμερα. Το έθνος συνέπεσε εν τέλει με το κράτος όχι γιατί το κράτος διευρύνθηκε αλλά διότι το έθνος ακρωτηριάστηκε και συρρικνώθηκε γιατί αφανίστηκε ή εκτοπίστηκε ο ελληνισμός της Ρωσίας (μετά το 1919), της Μ. Ασίας (μετά το 1922), των Βαλκανίων και της Μ. Ανατολής (ιδίως μετά το 1945). Ακολούθησε η εκδίωξη του ελληνισμού από την Κων/πολη (1955) και τη βόρεια Κύπρο (1974) ενώ σήμερα παρευρισκόμαστε μάρτυρες της αποσύνθεσης και της μαζικής φυγής του ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου. Πρόκειται για μια εξαιρετικά πυκνή αλυσίδα εθνικών καταστροφών σε διάστημα ελάχιστο από ιστορική άποψη –εβδομήντα μόλις χρόνια». Και κατέληγε: «Το ελληνικό κράτος δεν στάθηκε σε καμιά φάση ικανό να προστατεύσει αποτελεσματικά τον ευρύτερο ελληνισμό και να αναστείλει τη συρρίκνωσή του ή τον αφανισμό του». Αυτή η αδυναμία της Αθήνας δεν επαναλαμβάνεται σήμερα για άλλη μια φορά στη Β. Ήπειρο; Μάλιστα ο ίδιος, αφού αναφέρεται αριθμητικά στην ταχεία αύξηση του αλβανικού πληθυσμού στην Αλβανία, στο Κόσσοβο στο Μαυροβούνιο και στην ΠΓΔΜ, σημείωνε: « Ο μελλοντικός εκ Βορρά  κίνδυνος για την Ελλάδα δεν θα προέλθει από τους Σλαβομακεδόνες, όπως πιστεύουν Έλληνες εθνικιστές αγκυλωμένοι σε εμφυλιοπολεμικές μνήμες, αλλά πιθανότατα από μια Μείζονα Αλβανία». Δηλαδή στην περίπτωση αυτή, που ήδη διαφαίνεται στον βαλκανικό ορίζοντα, η ελληνική μειονότητα στη Β. Ήπειρο θα εκμηδενιστεί;
 

Αλεξανδρούπολη, 1-11-2018

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine