Τσαγκάρης: επάγγελμα της κρίσης ή σε κρίση;

04.08.2018 11:20

Χαρά Καϊμάκη

Χρήστος Κιόρογλου και Μεχμέτ Ριζά συνεχίζουν να διατηρούν τις επιχειρήσεις τους με μεράκι κι εμπειρία!

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Όσοι έχουν ακούσει τις ιστορίες των παλαιότερων σίγουρα θυμούνται την χαρακτηριστική φιγούρα του τσαγκάρη, που εκτός από τα μεγάλα αστικά κέντρα υπήρχε σε κάθε γειτονιά. Στο μυαλό μας αυθόρμητα έρχεται η εικόνα ενός ανθρώπου σκυμμένου πάνω από έναν πάγκο να επιδιορθώνει με τις ώρες φθαρμένες σόλες και «φαγωμένα» τακούνια.
 
Το παραδοσιακό αυτό επάγγελμα, τουλάχιστον στην παλιά του μορφή, καθημερινά όλο και χάνεται, αν και πολλοί νομίζουν ότι διάγει την «δεύτερη νιότη του» λόγω της οικονομικής κρίσης.
 
Οι δουλειές, όμως, δυσκολεύουν είπαν οι κκ Χρήστος Κιόρογλου και Μεχμέτ Ριζά που διατηρούν τις επιχειρήσεις τους στην Κομοτηνή, αφού η γρήγορη βιομηχανοποιημένη κατασκευή έχει κάνει τόσο χαμηλές τις τιμές των παπουτσιών, που αξίζει περισσότερο να αγοράσει κανείς ένα νέο ζευγάρι από το να διορθώσει το παλιό.

Χρήστος Κιόρογλου, «Επιδιορθώσεις Χρήστος» «Ο καθένας θα προτιμήσει να πάρει ένα φτηνό ζευγάρι παπούτσια που θα του κρατήσει για λίγους μήνες, παρά να επισκευάσει τα παλιά του» 



Ο κ. Χρήστος Κιόρογλου δραστηριοποιείται ως ελεύθερος επαγγελματίας στην Κομοτηνή εδώ και παραπάνω από 20 χρόνια. Ψάχνοντας, ωστόσο, να βρει κάτι διαφορετικό, όπως μας είπε, προσανατολίστηκε σε αυτό το επάγγελμα που του έδωσε την ευκαιρία να κάνει αυτό που αγαπά, τεχνικές δουλειές.
 
«Μπορεί να μην έχει τόσο μεγάλο κορεσμό όσο οι άλλες επιχειρήσεις, αλλά το σίγουρο είναι πως δεν είναι μια δουλειά εύκολη για τον καθένα. Εμένα μου αρέσει και την κάνω με ευχαρίστηση, το ανακάλυψα όμως μετά από πολλά χρόνια κάνοντας μία άλλη δουλειά», αφηγήθηκε την ιστορία του, συμβουλεύοντας το κάθε νέο παιδί να ακολουθεί στη ζωή του πάντα αυτό που πραγματικά αγαπά. «Είναι σαν θεραπεία. Το μυαλό σου φεύγει, γιατί κάνεις αυτό που σου αρέσει και οι ώρες περνάνε δίχως να το καταλάβεις» τόνισε χαρακτηριστικά ο ίδιος.
 
Το μεράκι βέβαια δεν είναι αρκετό από μόνο του, έσπευσε να εξηγήσει, αφού η κάθε τεχνική δουλειά σαφώς και απαιτεί μία επιδεξιότητα. Όσο για τη δουλειά του τσαγκάρη, το πιο δύσκολο κομμάτι δεν είναι ούτε η κούραση, ούτε τα ωράρια. Είναι το «τοξικό», όπως το χαρακτήρισε ο ίδιος, περιβάλλον, «ο χώρος που βρίσκομαι κάθε μέρα είναι μόλις λίγα τετραγωνικά . Όσο καλά και να αερίζεται είμαστε επί ώρες σκυμμένοι σε μικρή απόσταση πάνω από έναν πάγκο. Όλες αυτές οι αναθυμιάσεις από τα χημικά είναι σίγουρα επικίνδυνες».
 
Τα τσαγκάρικα στις μεγάλες πόλεις προϋπήρχαν επί δεκαετίες. Στην επαρχία είναι ένα επάγγελμα που γίνεται σιγά σιγά γνωστό, αλλά και πάλι ο κόσμος δυσκολεύεται, είπε απαντώντας σε όσους πιστεύουν πως αυτές οι επιχειρήσεις μεσουρανούν εν καιρώ κρίσης. «Ο καθένας θα προτιμήσει να πάρει ένα φτηνό ζευγάρι παπούτσια που θα του κρατήσει για λίγους μήνες, παρά να επισκευάσει τα παλιά του.  Οι τιμές σε όλα τα τσαγκάρικα είναι λίγο - πολύ ίδιες. Ξεκινούν από μικροεπισκευές του 1 ευρώ και φτάνουν αρκετά παραπάνω, ανάλογα με το τι θέλει να φτιάξει ο καθένας», προσέθεσε για να ξεκαθαρίσει πως αν και τα τσαγκαράδικα σχετίζονται κυρίως με την μεσαία τάξη, αντιμετωπίζουν προβλήματα λόγω του αυξημένου ΦΠΑ.
 
«Φανταστείτε ότι όταν ξεκινήσαμε είχαμε 8 % ΦΠΑ, το πιο χαμηλό στην αγορά, και τώρα έχουμε φτάσει στο 24%. Μας κατατάσσουν, δηλαδή, στα είδη πολυτελείας. Δεν μπορείς να κάνεις μία λεπτοδουλειά με τόσο υψηλό συντελεστή και να μην κάνεις μία μικρή αύξηση στην τιμή, αλλά ο κόσμος δυσκολεύεται πολύ να δώσει αυτήν την διαφορά», συνέχισε εκθέτοντας μερικά από τα πιο μεγάλα προβλήματα που ταλανίζουν τον κλάδο. 



«Κάθε 6 μήνες το λιγότερο συγκεντρώνω έναν πολύ μεγάλο αριθμό ξεχασμένων παπουτσιών, έχοντας, όμως ξοδέψει χρόνο, κόπο και υλικά» 

Ένα δεύτερο σημείο που επεσήμανε είναι το μεγάλο «αγκάθι» που καθημερινά καλείται να αντιμετωπίσει τόσο ο ίδιος όσο και οι υπόλοιποι συνάδελφοί του «πολλοί ξεχνούν να πάρουν τα πράγματά τους είτε από τα δικά μας καταστήματα, είτε από τα καθαριστήρια είτε από τα ραφεία. Κάθε 6 μήνες το λιγότερο συγκεντρώνω έναν πολύ μεγάλο αριθμό παπουτσιών που αναγκάζομαι είτε να τα χαρίσω στις κοινωνικές υπηρεσίες είτε να τα πετάξω, έχοντας, όμως ξοδέψει πολύτιμο χρόνο, κόπο και υλικά. Αυτό επιβαρύνει την δουλειά μας, αλλά είναι πολύ δύσκολο να ζητήσεις από τον πελάτη να προπληρώσει ή να δώσει έστω μία προκαταβολή, αλλά νομίζω ότι εκεί θα καταλήξουμε στο τέλος γιατί κι εμείς πρέπει να εξασφαλίσουμε τα προς το ζην». 

Μεχμέτ Ριζά, «Επιδιορθωτής Υποδημάτων» «Ο κόσμος βρίσκει κινέζικα παπούτσια με 5-10 ευρώ, γιατί να έρθει σε εμένα να τα επιδιορθώσω;» 



Ο κ. Μεχμέτ Ριζά είναι τσαγκάρης τρίτης γενιάς, αφού διατηρεί, όπως είπε ο ίδιος την πιο παλιά επιχείρηση αυτού του κλάδου στην πόλη «είμαι σε αυτό το μαγαζί εδώ και 35 χρόνια και το διατηρώ πατροπαράδοτα, χωρίς να έχω αλλάξει τίποτα από τον τρόπο που δούλευαν ο πατέρας μου και ο παππούς μου που μου δίδαξαν την τέχνη».
 
Μπορεί να αγαπάει αυτό που κάνει, τα πράγματα, όμως δεν είναι όπως παλιά είπε με παράπονο. Κι αυτό γιατί πλέον στην αγορά έχουν εισαχθεί φθηνά εμπορεύματα που «χτύπησαν» τόσο τα καταστήματα υποδημάτων όσο και όσες επιχειρήσεις ασχολούνται με την επιδιόρθωσή τους. 



«Νομίζω πως σε δύο χρόνια το πολύ οι τσαγκάρηδες θα έχουν εξαφανιστεί» 

«Όλα έχουν βιομηχανοποιηθεί. Ούτε τα καταστήματα μπορούν να πουλήσουν, ούτε εμείς έχουμε πελατεία, αφού η αγορά έχει νεκρώσει. Ο κόσμος βρίσκει κινέζικα παπούτσια με 5-10 ευρώ, γιατί να έρθει σε εμένα να τα επιδιορθώσω; Κυνηγάμε πια τους πελάτες με την .. σφεντόνα, έχουν χάσει την αγοραστική τους δύναμη», συνέχισε απαριθμώντας τα προβλήματα μίας δύσκολης και επίπονης δουλειάς, που απαιτεί να είσαι σκυμμένος επί πολλές ώρες πάνω από έναν πάγκο, «ανάμεσα σε μπογιές και κόλλες γεμάτες χημικά».
 
Ζητώντας του μία συμβουλή για όποιον σκοπεύει να ακολουθήσει αυτό το επάγγελμα, απάντησε ξεκαθαρίζοντας πως σε κάθε περίπτωση θα απέτρεπε έναν νέο «αυτή η δουλειά δεν έχει προκοπή. Εμείς περιμένουμε πώς και πώς να βγούμε στην σύνταξη! Νομίζω πως σε δύο χρόνια το πολύ οι τσαγκάρηδες θα έχουν εξαφανιστεί. Δεχόμαστε πολλά πλήγματα και με την βαρύτατη φορολογία και με τα δεκάδες ξεχασμένα παπούτσια που μας αφήνουν οι πελάτες μας χωρίς να τα έχουμε πληρωθεί».

ΓΝΩΜΕΣ

DUTH CORNER

Magazine